Μετάφραση του "combustibility" σε Ελληνικά

Το ευφλεκτικότητα είναι η μετάφραση του "combustibility" σε Ελληνικά.

combustibility noun γραμματική

The quality or state of being combustible [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευφλεκτικότητα

    The property of a substance of being capable of igniting and burning.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " combustibility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "combustibility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "combustibility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη