Μετάφραση του "comer" σε Ελληνικά

Οι αφικνούμενος, καινούριος, νέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comer" σε Ελληνικά.

comer noun γραμματική

one in a race who is catching up to others and shows promise of winning [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφικνούμενος

  • καινούριος

    adjective masculine

    Because you're an up-and-comer, because you're hungry.

    Επειδή είσαι καινούριος, επειδή πεινάς!

  • νέος

    adjective masculine

    Ladies and gentlemen, undefeated against twelve opponents and still standing after all comers, we have a new champion...

    Ανίκητος με 12 αντίπαλους και ακόμη περιμένει νέους διεκδικητές, έχουμε τον νέο πρωταθλητή...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Comer proper

A surname. [..]

+ Προσθήκη

"Comer" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Comer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "comer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ένα ταλέντο που υπόσχεται πολλά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη