Μετάφραση του "comic" σε Ελληνικά

Οι κωμικός, κόμικς, Κόμικς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comic" σε Ελληνικά.

comic adjective noun γραμματική

(UK) A children's newspaper [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κωμικός

    adjective noun masculine

    A comedian [..]

    This is usually where comics crash when they come to town.

    Εδώ μένουν συνήθως οι κωμικοί όταν έρχονται στην πόλη.

  • κόμικς

    noun neuter

    Always when he was going to the toilet he was taking a comic of Mortadelo and Filemon.

    Πάντα όταν πήγαινε στην τουαλέτα έπαιρνε μαζί ένα κόμικς του Μορταδέλο και Φιλεμόν.

  • Κόμικς

    creative work in which pictures and text convey information such as narratives

    Always when he was going to the toilet he was taking a comic of Mortadelo and Filemon.

    Πάντα όταν πήγαινε στην τουαλέτα έπαιρνε μαζί ένα κόμικς του Μορταδέλο και Φιλεμόν.

  • αστείος

    adjective

    I hope you still feel as comical when you come off the island.

    Ελπίζω να αισθάνεστε ακόμα αστείος όταν φύγετε απ'το νησί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη