Μετάφραση του "commanding" σε Ελληνικά
Οι αυταρχικός, επιβλητικός, υπεύθυνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commanding" σε Ελληνικά.
commanding
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of to command. [..]
-
αυταρχικός
adjective masculine -
επιβλητικός
adjective masculineBut maybe stand on a chair so you seem more commanding.
Αλλά κάτσε όρθιος σε μια καρέκλα καλύτερα για να δείχνεις πιο επιβλητικός.
-
υπεύθυνος
adjective masculineThe Head of Mission shall assume responsibility and exercise command and control of the mission at theatre level.
O Αρχηγός αποστολής είναι υπεύθυνος να διοικεί και ελέγχει την αποστολή στο θέατρο των επιχειρήσεων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commanding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commanding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εντολή, διοικώ
-
Πλωτάρχης · πλωτάρχης
-
αρχηγείο
-
Πλωτάρχης · αντιπλοίαρχος · αρχηγός · διοικητής · κυβερνήτης · πλωτάρχης · ταγματάρχης
-
Σύστημα αεροπορικής προειδοποίησης και διοίκησης / ελέγχου
-
Παράθυρο εντολών
-
εντολή επεξεργασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη