Μετάφραση του "commence" σε Ελληνικά
Οι αρχίζω, ξεκινώ, ανοίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commence" σε Ελληνικά.
commence
verb
γραμματική
(transitive) To begin, start. [..]
-
αρχίζω
verbTo begin, start [..]
Otherwise, the evaluation shall not commence until the missing information is submitted.
Ειδάλλως, η αξιολόγηση δεν αρχίζει μέχρις ότου υποβληθούν οι ελλείπουσες πληροφορίες.
-
ξεκινώ
verbThe test period shall commence as soon as the vehicle master control switch has been activated.
Η περίοδος δοκιμής ξεκινά μόλις ενεργοποιηθεί ο γενικός διακόπτης του οχήματος.
-
ανοίγω
verbA debate has commenced.
«Εχει ανοίξει μία συζήτηση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άρχομαι
- αποδύομαι
- πιάνω
- βάζω μπρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έναρξη · αρχή · τελετή απονομής τίτλου σπουδών
-
αρχίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη