Μετάφραση του "common" σε Ελληνικά

Οι κοινός, συνηθισμένος, συνήθης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "common" σε Ελληνικά.

common adjective verb noun γραμματική

Mutual good, shared by more than one. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινός

    adjective masculine

    usual [..]

    You two have a lot in common.

    Εσείς οι δυο έχετε πολλά κοινά.

  • συνηθισμένος

    adjective masculine

    usual

    Bajrangi is a common man like you and me..

    Είναι απλά ένας συνηθισμένος άνθρωπος όπως εσείς και εγώ..

  • συνήθης

    adjective

    First of all, the common misconception is that it's a holiday for children.

    Κατ'αρχάς, η συνήθης παρεξήγηση είναι πως αυτή η γιορτή είναι για τα παιδιά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απλός
    • καθολικός
    • καθολική
    • καθολικό
    • κοινόχρηστος
    • πρόστυχος
    • βοσκότοπος
    • ραδίκι
    • αγοραίος
    • παστρικός
    • καθαρός
    • συχνός
    • γενικός
    • πάρκο
    • μέτριος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " common " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Common
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κοινός

    You two have a lot in common.

    Εσείς οι δυο έχετε πολλά κοινά.

Φράσεις παρόμοιες με "common" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "common" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη