Μετάφραση του "common oak" σε Ελληνικά

Το κοινή βελανιδιά είναι η μετάφραση του "common oak" σε Ελληνικά.

common oak noun

medium to large deciduous European oak having smooth leaves with rounded lobes; yields hard strong light-colored wood

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινή βελανιδιά

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " common oak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "common oak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη