Μετάφραση του "commune" σε Ελληνικά
Οι κοινότητα, δήμος, κοινόβιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commune" σε Ελληνικά.
A small community, often rural, whose members share in the ownership of property, and in the division of labour; the members of such a community [..]
-
κοινότητα
noun femininelocal political division in many European countries [..]
According to records, he's lived in that gated community since the'80s and helped new agents assimilate into the country.
Σύμφωνα με τα αρχεία, αυτός ζούσε σε εκείνη τη περιφραγμένη κοινότητα από η δεκαετία του'80, και βοηθούσε νέους πράκτορες να αφομοιωθούν στη χώρα.
-
δήμος
noun masculineThe Huldenberg commune recently learned of plans to lay an aviation fuel pipeline.
Ο δήμος του Huldenberg ενημερώθηκε προσφάτως σχετικά με το σχέδιο κατασκευής αγωγού για τη μεταφορά καυσίμων αεροπλάνων.
-
κοινόβιο
neutersmall community, often rural, whose members share in the ownership of property, and in the division of labour; the members of such a community
Tom lives in a commune with hippies.
Ο Θωμάς μένει σε ένα κοινόβιο με χίπηδες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- επικοινωνώ
- συσκέπτομαι
- κοινωνώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commune " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commune" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Έξυπνες επικοινωνίες στα ITS
-
Επικοινωνίες επόμενης γενιάς
-
Επικοινωνία, πλοήγηση και επιτήρηση
-
κύκλος τών διανοουμένων
-
επικοινωνία μικρής εμβέλειας
-
Ναυτικές επικοινωνίες
-
τοπική κοινότητα
-
καθεστώς της κοινοτικής χρηματοδότησης