Μετάφραση του "commute" σε Ελληνικά
Οι ανταλλάσσω, μετατρέπω, διαδρομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commute" σε Ελληνικά.
commute
verb
noun
γραμματική
(intransitive) To travel from one's home (usually in the suburbs of a city) to one's workplace (usually in the city itself, or in another city) to go to work, or vice versa . [..]
-
ανταλλάσσω
verb -
μετατρέπω
verbYou may find your sentence commuted to transportation.
Ίσως δεις την ποινή σου να μετατρέπεται σε εξορία.
-
διαδρομή
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πηγαινέλα
- πηγαινοέρχομαι
- δρομολόγιο
- αλλάσσω
- παίρνω τη συγκοινωνία
- πηγαίνω στη δουλειά μου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commute " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανταλλαγή · εναλλαγή · μείωση ποινής · μετατροπή · μετατροπή ποινής
-
αντιμεταθετικός · μεταθετικός
-
κυκλοφορώ · πηγαινοέρχομαι
-
Αντιμεταθετική ιδιότητα
-
Μεταγωγή
-
εργαζόμενο επιβατικό κοινό · εργαζόμενος · με τακτικά δρομολόγια · μεροκαματιάρης · μεροκαματιαρης,που μετακινειται · τακτικός επιβάτης
-
Αντιμεταθετική άλγεβρα · αντιμεταθετική άλγεβρα
-
ανταλλάξιμος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη