Μετάφραση του "companion" σε Ελληνικά

Οι σύντροφος, συνοδός, ταίρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "companion" σε Ελληνικά.

companion verb noun γραμματική

A friend, acquaintance, or partner; someone with whom one spends time or keeps company [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύντροφος

    noun m;f masculine;feminine

    someone with whom one spends time or keeps company [..]

    Conduct your search and bring his companions to me.

    Κάνε την έρευνά σου και φέρε μου τους συντρόφους του.

  • συνοδός

    noun masculine masculine, feminine

    someone with whom one spends time or keeps company

    I've been hired by your father to be your sober companion.

    Με προσέλαβε ο πατέρας σας να είμαι η νηφάλια συνοδός σας.

  • ταίρι

    noun neuter

    In any case, it is clear that I must choose my companion in this competition.

    Και διατηρώ τη δυνατότητα να επιλέξω εγώ το ταίρι μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φίλος
    • παρτενέρ
    • περτενέρ
    • συνοδεύω
    • ακολουθώ
    • συντροφεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " companion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "companion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "companion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη