Μετάφραση του "competitor" σε Ελληνικά

Οι ανταγωνιστής, αντίπαλος, ανταγωνισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "competitor" σε Ελληνικά.

competitor noun γραμματική

A person or organization against whom one is competing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανταγωνιστής

    noun masculine

    An entity that sells similar products or services and competes for the same customer segment.

    The Polish authorities consider that the competitor does not make any such suggestions.

    Οι πολωνικές αρχές θεωρούν ότι ο ανταγωνιστής δεν κάνει καμία σχετική παρατήρηση.

  • αντίπαλος

    noun masculine

    A competitor won't start a fight if he's obviously outgunned, so horns are continually flaunted.

    Δε γίνεται μάχη, αν ο αντίπαλος διαθέτει εμφανώς ισχυρότερα όπλα. 'Ετσι τα κέρατα επιδεικνύονται συνεχώς.

  • ανταγωνισμός

    noun masculine

    The competitors in these markets are relatively weak.

    Ο ανταγωνισμός στις αγορές αυτές είναι σχετικά μικρός και η διαπραγματευτική δύναμη των πελατών περιορισμένη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδιαγωνιζόμενος
    • ανθυποψήφιος
    • αντίζηλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " competitor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "competitor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "competitor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη