Μετάφραση του "compiling" σε Ελληνικά
Το μεταγλώττιση είναι η μετάφραση του "compiling" σε Ελληνικά.
compiling
verb
noun
Present participle of compile. [..]
-
μεταγλώττιση
noun feminineAll compiler optimisations used in compiling Linpack and SPECviewperf, and
όλες οι βελτιστοποιήσεις μεταγλωττιστή που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταγλώττιση των Linpack και SPECviewperf και
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compiling " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compiling" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μεταγλωττίζω
-
επιλογή προγράμματος μεταγλώττισης
-
καταρτίζω · συντάσσω
-
χρόνος μεταγλώττισης
-
πρόγραμμα μεταγλώττισης
-
προειδοποίηση προγράμματος μεταγλώττισης
-
μεταγλωττιστής βελτιστοποίησης
-
επιτυγχάνω · καταρτίζω · μεταγλωττίζω · μεταγλώττιση · συγκεντρώνω · συλλέγω · συμπιλώ · συναθροίζω · συντάσσομαι · συντάσσω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη