Μετάφραση του "complement" σε Ελληνικά
Οι συμπλήρωμα, συμπληρώνω, αλληλοσυμπληρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "complement" σε Ελληνικά.
(now rare) Something (or someone) that completes; the consummation. [from 14th c.] [..]
-
συμπλήρωμα
noun neuterinterval which, together with the given interval, makes an octave [..]
This opinion should be also considered as complementing this public consultation.
Η παρούσα γνωμοδότηση πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως συμπλήρωμα αυτής της δημόσιας διαβούλευσης.
-
συμπληρώνω
verbto complete
This would lead to a policy that complements the policies we currently have.
Αυτό θα οδηγούσε σε μια πολιτική που θα συμπληρώσει τις πολιτικές που έχουμε αυτή τη στιγμή.
-
αλληλοσυμπληρώνω
to provide what the partner lacks and lack what the partner provides
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμπληρωματική γωνία
- συμπληρωματικό χρώμα
- σχετικό συμπλήρωμα
- κατηγορούμενο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " complement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Συμπλήρωμα
Complements to direct payments
Συμπλήρωμα στις άμεσες ενισχύσεις
Εικόνες με "complement"
Φράσεις παρόμοιες με "complement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμπλήρωμα ως προς βάση
-
συμπλήρωμα ως προς ένα
-
συμπλήρωμα ως προς δύο
-
συμπλήρωμα
-
ολοκληρώνω · συμπληρώνω