Μετάφραση του "completion" σε Ελληνικά

Οι συμπλήρωση, ολοκλήρωση, περάτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "completion" σε Ελληνικά.

completion noun γραμματική

The act or state of being or making something complete; conclusion, accomplishment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπλήρωση

    noun

    The notifying party or parties are not required to offer any justification for not completing this section.

    Τα κοινοποιούντα μέρη δεν υποχρεούνται να δικαιολογήσουν τη μη συμπλήρωση του παρόντος τμήματος.

  • ολοκλήρωση

    noun feminine

    After the work was completed, groups from various local government offices toured the premises.

    Μετά την ολοκλήρωση του έργου, ομάδες από διάφορες τοπικές κυβερνητικές υπηρεσίες ξεναγήθηκαν στις εγκαταστάσεις.

  • περάτωση

    noun

    A final report shall also be submitted within three months of the completion of the action.

    Υποβάλλεται, επίσης, τελική έκθεση εντός τριών μηνών από την περάτωση της δράσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποπεράτωση
    • τελειοποίηση
    • αποτελείωμα
    • αποτελείωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " completion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "completion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "completion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη