Μετάφραση του "complexity" σε Ελληνικά

Οι περιπλοκότητα, περιπλοκή, πολυπλοκότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "complexity" σε Ελληνικά.

complexity noun γραμματική

(uncountable) The state of being complex; intricacy; entanglement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιπλοκότητα

    noun feminine

    The state of being complex; intricacy; entanglement

    The amount of the fee should take into account the complexity of the work involved.

    Στο ποσό του τέλους πρέπει να συνυπολογίζεται η περιπλοκότητα των σχετικών εργασιών.

  • περιπλοκή

    noun feminine

    That which is complex; intricacy; complication

    This will bring about a new legislative complexity and a prescriptive pollution.

    Αυτό θα επιφέρει μια νέα νομοθετική περιπλοκή και μια κανονιστική ρύπανση.

  • πολυπλοκότητα

    This complexity leads to a significant risk of legal uncertainty.

    Η πολυπλοκότητα αυτή ενέχει σε μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο νομικής αβεβαιότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολυσύνθετο
    • περίπλοκο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " complexity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "complexity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "complexity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη