Μετάφραση του "component" σε Ελληνικά

Οι συστατικό, συνιστώσα, εξάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "component" σε Ελληνικά.

component adjective noun γραμματική

A smaller, self-contained part of a larger entity. Often refers to a manufactured object that is part of a larger device. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συστατικό

    noun neuter

    The single most important component of such tax wedges was employers' taxes and contributions.

    Το σημαντικότερο συστατικό στοιχείο αυτών των φορολογικών επιβαρύνσεων ήταν οι φόροι και οι εισφορές των εργοδοτών.

  • συνιστώσα

    μτφ.

    καθένας από τους συντελεστές που συνθέτουν ένα σύνθετο φαινόμενο: H έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού είναι μία από τις συνιστώσες της καθυστέρησης στον κλάδο της βιομηχανίας. [ΛΚΝ]

    The longitudinal vertical loading condition shall be repeated taking into account a simultaneously applied horizontal force component.

    H κατάσταση του κατακόρυφου διαμήκους φορτίου επαναλαμβάνεται λαμβάνοντας υπόψη μια ταυτόχρονα εφαρμοζόμενη συνιστώσα οριζόντιας δύναμης.

  • εξάρτημα

    noun neuter

    What we want is a component from the triggering mechanism.

    Αυτό που θέλουμε είναι ένα εξάρτημα του μηχανισμού οπλισμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοιχείο
    • μέρος
    • συστατικός
    • δομικό στοιχείο
    • σκέλος
    • συνθετικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " component " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Component
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εξάρτημα, συνιστώσα

Φράσεις παρόμοιες με "component" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "component" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη