Μετάφραση του "compounding" σε Ελληνικά

Το συνδυασμός είναι η μετάφραση του "compounding" σε Ελληνικά.

compounding noun verb γραμματική

Present participle of compound. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδυασμός

    noun masculine

    These factors, compounded with children’s higher centre of gravity, makes balancing difficult.

    Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κέντρο βάρους που έχουν τα παιδιά, καθιστούν την ισορροπία δύσκολη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " compounding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "compounding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "compounding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη