Μετάφραση του "compounding" σε Ελληνικά
Το συνδυασμός είναι η μετάφραση του "compounding" σε Ελληνικά.
compounding
noun
verb
γραμματική
Present participle of compound. [..]
-
συνδυασμός
noun masculineThese factors, compounded with children’s higher centre of gravity, makes balancing difficult.
Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με το υψηλότερο κέντρο βάρους που έχουν τα παιδιά, καθιστούν την ισορροπία δύσκολη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compounding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compounding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύνθετο έγγραφο
-
οργανοαλογονούχος ένωση
-
Οργανικές ενώσεις με φωσφόρο
-
οργανοχλωριούχος ένωση
-
Ετεροκυκλικές ενώσεις · ετεροκυκλική ένωση
-
χημική ένωση
-
τασιενεργός ουσία
-
οργανοθειούχος ένωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη