Μετάφραση του "compressed" σε Ελληνικά
Το συμπιεσμένος είναι η μετάφραση του "compressed" σε Ελληνικά.
compressed
adjective
verb
γραμματική
pressed tightly together [..]
-
συμπιεσμένος
adjective masculineThe compressed air is generated and used on site as part of a continuous process of chemical reduction.
Ο συμπιεσμένος αέρας παράγεται και χρησιμοποιείται επί τόπου ως μέρος μιας συνεχούς διαδικασίας χημικής αναγωγής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compressed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compressed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σκληρός δίσκος με συμπιεσμένα αρχεία
-
συμπιεσμένο, πεπιεσμένο αέριο
-
πεπιεσμένος αέρας
-
συμπίεση με απώλεια
-
συμπίεση πλάτους
-
ακουστική συμπίεση
-
συμπιεσμένος ήχος
-
Συστολο-διαστολή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη