Μετάφραση του "compressing" σε Ελληνικά
Το συμπίεση είναι η μετάφραση του "compressing" σε Ελληνικά.
compressing
verb
noun
Present participle of compress. [..]
-
συμπίεση
nounMost of the engine sales are outboard engines, followed by inboard compression ignition engines.
Οι περισσότερες από τις μηχανές είναι εξωλέμβιες, και ακολουθούν οι εσωλέμβιες μηχανές ανάφλεξης με συμπίεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compressing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compressing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σκληρός δίσκος με συμπιεσμένα αρχεία
-
συμπιεσμένο, πεπιεσμένο αέριο
-
πεπιεσμένος αέρας
-
συμπίεση με απώλεια
-
συμπίεση πλάτους
-
ακουστική συμπίεση
-
συμπιεσμένος ήχος
-
Συστολο-διαστολή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη