Μετάφραση του "compunction" σε Ελληνικά
Οι τύψη, ενδοιασμός, μεταμέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compunction" σε Ελληνικά.
compunction
noun
γραμματική
A pricking of conscience or a feeling of regret, especially one which is slight or fleeting. [..]
-
τύψη
We're at the original level of fury, no compunction whatsoever.
Είμαστε στο αρχικό επίπεδο οργής, καμία απολύτως τύψη.
-
ενδοιασμός
No compunction killing your own kind...
Κανένας ενδοιασμός για το είδος σου.
-
μεταμέλεια
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ενοχές
- λύπη
- τύψεις
- θλίψη
- συστολή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compunction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "compunction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεν έχω κανένα δισταγμό να · δεν διστάζω να
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη