Μετάφραση του "computing" σε Ελληνικά
Οι πληροφορική, υπολογίζοντας, Υπολογιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "computing" σε Ελληνικά.
Present participle of compute. [..]
-
πληροφορική
noun femininethe study, field of computers and computer programming [..]
This whole issue of computer faults is not as innocuous as it may seem.
Αυτή η ιστορία με την ανωμαλία στην πληροφορική είναι πολύ πιο σημαντική από ό, τι φαίνεται.
-
υπολογίζοντας
action of using a computer
I suppose he's already working, plugged into their circuits, computing the angle and velocity of departure.
Υποθέτω ότι έχει ήδη, συνδεθεί στα κυκλώματα τους... υπολογίζοντας τη γωνίας και την ταχύτητα αναχώρησης.
-
Υπολογιστής
Tom didn't know for certain how much the new computer would cost.
Ο Τομ δεν ήξερε στα σίγουρα πόσο θα κόστιζε ένας καινούριος υπολογιστής.
-
υπολογισμός
noun masculineThe computation and comparison is made using as the discount rate an appropriate current market interest rate.
Ο υπολογισμός και η σύγκριση γίνεται με τη χρήση κατάλληλου τρέχοντος επιτοκίου της αγοράς ως προεξοφλητικό επιτόκιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " computing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "computing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα διαχείρισης υπολογιστικού κέντρου
-
Υπολογιστική γλωσσολογία · υπολογιστική γλωσσολογία
-
Αίθουσα υπολογιστή
-
Προγραμματισμός
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
Μηχανική λογισμικού με τη βοήθεια υπολογιστή
-
Αρχιτεκτονική υπολογιστών · αρχιτεκτονική υπολογιστή
-
Χαρτογραφία με τη βοήθεια υπολογιστή