Μετάφραση του "conceive" σε Ελληνικά

Οι συλλαμβάνω, καταλαβαίνω, φαντάζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conceive" σε Ελληνικά.

conceive verb γραμματική

(transitive) To develop an idea. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλαμβάνω

    verb

    to become pregnant [..]

    I had a surgery that left me unable to conceive.

    Έκανα χειρουργείο που με άφησε ανίκανη να συλλάβω.

  • καταλαβαίνω

    verb

    to understand someone

    But lucky for you, she's curbing her hunger, though I can't conceive why.

    Αλλά, ευτυχώς για σένα, συγκρατεί την πείνα της... αν και δεν καταλαβαίνω γιατί.

  • φαντάζομαι

    verb

    Given the pain she must have endured, it's conceivable she died of shock.

    Δεδομένου του πόνου που υπέστη, φαντάζομαι ότι πέθανε από το σοκ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντιλαμβάνομαι
    • κατανοώ
    • εννοώ
    • διανοούμαι
    • μένω έγκυος
    • θεωρώ
    • καταλαμβάνω
    • πιστεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conceive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conceive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γέννημα βιασμού · παιδί βιασμού
  • γέννημα [+Γεν.] · που συλλήφθηκε σε
  • επινοητής
  • συλλαμβάνω
  • δυνητικά · ενδεχομένως · θεωρητικά · πιθανόν
  • · αντιληπτός · επιτεύξιμος · εφικτός · νοητός · νοητός, λογικά πιθανός · πιθανός · πραγματοποιήσιμος · πραγματώσιμος · υλοποιήσιμος
  • φαντάζομαι
  • "λέμε τώρα'
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conceive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη