Μετάφραση του "concentrated" σε Ελληνικά

Οι συμπυκνωμένος, έντονος, εντατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concentrated" σε Ελληνικά.

concentrated adjective verb γραμματική

Not dilute; having a high concentration. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμπυκνωμένος

    adjective masculine

    not dilute

    In inconclusive reactions the test may be repeated and concentrated serum utilized.

    Για αντιδράσεις με αμφίβολα αποτελέσματα, δύναται να επαναληφθεί η δοκιμή και να χρησιμοποιηθεί συμπυκνωμένος ορός.

  • έντονος

    adjective masculine

    intense

    Mr President, strong competition, increasing concentration and globalisation are now key features of manufacturing industry around the world.

    Κύριε Πρόεδρε, στην παραγωγή υπάρχει διεθνώς έντονος ανταγωνισμός, αυξανόμενη συγκέντρωση και παγκοσμιοποίηση.

  • εντατικός

    adjective masculine

    intense

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύντονος
    • συγκεντρωμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concentrated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concentrated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concentrated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη