Μετάφραση του "concerned" σε Ελληνικά

Οι ανήσυχος, ενδιαφερόμενος, ενδιαφερόμενη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concerned" σε Ελληνικά.

concerned adjective verb γραμματική

Showing concern. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανήσυχος

    adjective

    showing concern

    Mac, the president is so concerned, my phone's been ringing off the hook.

    Mac, ο πρόεδρος είναι τόσο ανήσυχος που το τηλέφωνο είναι συνεχώς ανοιχτό.

  • ενδιαφερόμενος

    adjective masculine

    The official concerned may request that this decision be inserted in his personal file.

    Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.

  • ενδιαφερόμενη

    adjective feminine

    On this basis, the dumping margins calculated are significant for the exporting country concerned.

    Τα υπολογισθέντα με τον τρόπο αυτό περιθώρια ντάμπινγκ είναι σημαντικά για την ενδιαφερόμενη χώρα εξαγωγής.

  • θορυβημένος

    Mayor Kane has concerns.

    Ο Δήμαρχος Κέιν είναι θορυβημένος κι είμαι εδώ για να σας το μεταφέρω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concerned " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concerned" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concerned" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη