Μετάφραση του "conciliatory" σε Ελληνικά

Οι συμβιβαστικός, διαλλακτικός, συμφιλιωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conciliatory" σε Ελληνικά.

conciliatory adjective γραμματική

willing to conciliate, or to make concessions [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συμβιβαστικός

    adjective masculine

    willing to conciliate

    We need to find a conciliatory process that includes the interests of the natives, persuades them.

    Πρέπει να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση που θα περιλαμβάνει τα ενδιαφέροντα όλων των εθνών, για να τους πείσουμε.

  • διαλλακτικός

    adjective masculine

    willing to conciliate

    The ambassador was most conciliatory... not all all extreme, very well-mannered.

    Ο πρέσβης ήταν πολύ διαλλακτικός... καθόλου ακραίος, πολύ ευπρεπής.

  • συμφιλιωτικός

    adjective masculine

    willing to conciliate

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conciliatory " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conciliatory" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη