Μετάφραση του "concordat" σε Ελληνικά

Οι σύμβαση, Κονκορδάτο, κογκορδάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concordat" σε Ελληνικά.

concordat noun γραμματική

A formal agreement between two parties, especially between a church and a state; specifically, an agreement between the Pope and a government. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύμβαση

    Noun feminine
  • Κονκορδάτο

    agreement or treaty between the Holy See of the Catholic Church and a sovereign state

    (4) Poland has not reported its concordat with the Vatican.

    (4) Η Πολωνία δεν αναφέρθηκε στο Κονκορδάτο που έχει συνάψει με το Βατικανό.

  • κογκορδάτο

    noun neuter

    In 1957 the German Federal Constitutional Court ruled that the concordat was still binding under present German law.

    Το 1957, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο απεφάνθη ότι το κογκορδάτο ήταν ακόμη δεσμευτικό υπό την τότε ισχύουσα Γερμανική νομολογία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κονκορδάτο
    • σύμφωνο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concordat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concordat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη