Μετάφραση του "condescending" σε Ελληνικά
Οι συγκαταβατικός, αγαθός, υπεροπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "condescending" σε Ελληνικά.
condescending
adjective
verb
γραμματική
Assuming a tone of superiority, or a patronizing attitude. [..]
-
συγκαταβατικός
adjective masculineassuming a tone of superiority or a patronizing attitude
Look, if somebody asks a less than enlightened question, try not to be condescending.
Αν κάποιος κάνει μια όχι πολύ διαφωτιστική ερώτηση μην είσαι συγκαταβατικός.
-
αγαθός
adjective -
-
υπεροπτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " condescending " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "condescending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταδέχομαι · συγκατατίθεμαι · συναινώ
-
συγκαταβατικότητα
-
συγκαταβατικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη