Μετάφραση του "conducive" σε Ελληνικά
Οι βολικός, ευνοϊκός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conducive" σε Ελληνικά.
conducive
adjective
γραμματική
Tending to contribute to, encourage, or bring about some result. [..]
-
βολικός
adjective -
ευνοϊκός
adjective masculineI've found that the open air is quite conducive to honesty.
Έχω διαπιστώσει ότι ο καθαρός αέρας είναι αρκετά ευνοϊκός για την τιμιότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conducive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conducive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμβάλλω · συντελώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη