Μετάφραση του "confer" σε Ελληνικά

Οι απονέμω, συσκέπτομαι, παρέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confer" σε Ελληνικά.

confer verb γραμματική

(obsolete, intransitive) To compare. [16th-18th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απονέμω

    verb

    " it is my pleasure to confer upon you...

    " με χαρά σάς απονέμω...

  • συσκέπτομαι

    verb

    I'm conferring with my client.

    Συσκέπτομαι με τον πελάτη μου.

  • παρέχω

    verb

    A Community trade mark shall confer on the proprietor exclusive rights therein.

    Το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα.

  • χορηγώ

    verb

    Any such visa shall be issued only for the duration of the UN meeting or conference.

    Αυτή η θεώρηση εισόδου χορηγείται μόνο για την διάρκεια της συνεδρίασης ή της διάσκεψης των ΗΕ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη