Μετάφραση του "confidence" σε Ελληνικά
Οι εμπιστοσύνη, αυτοπεποίθηση, σιγουριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confidence" σε Ελληνικά.
Self-assurance. [..]
-
εμπιστοσύνη
noun femininequality of trusting
However, Commissioner, I believe that the supreme principle is the restoration of consumer confidence.
Nομίζω όμως, κύριε Eπίτροπε, πως η ύψιστη επιταγή είναι να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
-
αυτοπεποίθηση
noun feminineself-assurance
And then her date gives her a knowing smile of admiration on her confident smile.
Και τότε ο συνοδός της, της σκάει ένα προφανές χαμόγελο θαυμασμού κι αυτή χαμογελά με αυτοπεποίθηση.
-
σιγουριά
noun feminineWe shall fight with growing confidence and growing strength in the air.
Θα πολεμήσουμε με αυξανόμενη σιγουριά και δύναμη στον αέρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εχεμύθεια
- πεποίθηση
- πίστη
- αισιοδοξία
- αυτοπεποιθηση
- απόρρητο
- βεβαιότητα
- Αυτοπεποίθηση
- ηθικό
- εμπιστευτικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confidence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Εμπιστοσύνη
However, Commissioner, I believe that the supreme principle is the restoration of consumer confidence.
Nομίζω όμως, κύριε Eπίτροπε, πως η ύψιστη επιταγή είναι να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Εικόνες με "confidence"
Φράσεις παρόμοιες με "confidence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κρίση εμπιστοσύνης
-
πρόταση μομφής
-
εμπιστοσύνη
-
ασφαλής · βέβαιος · εξασφαλισμένος · πεπεισμένος · σίγουρος
-
άτομο τής εμπιστοσύνης μου · έμπιστο πρόσωπο · έμπιστος · έμπιστος σύμβουλος · κολλητός · μυστικοσύμβουλος
-
πρόταση μομφής
-
επίπεδο εμπιστοσύνης ανεπιθύμητης ηλεκτρονικής αλληλογραφίας
-
επίπεδο, βαθμός βεβαιότητας