Μετάφραση του "congested" σε Ελληνικά

Οι ασφυκτικά γεμάτος, επιβαρημένος κυκλοφοριακά, στουμπωμένη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "congested" σε Ελληνικά.

congested adjective verb

Simple past tense and past participle of congest . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφυκτικά γεμάτος

  • επιβαρημένος κυκλοφοριακά

  • στουμπωμένη

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στουμπωμένο
    • συνωστισμένος
    • υπερπλήρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " congested " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "congested" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "congested" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη