Μετάφραση του "connected" σε Ελληνικά

Οι συνδεδεμένος, ομοιογενές, ομοιογενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "connected" σε Ελληνικά.

connected adjective verb γραμματική

(usually with "well-"): Having favorable rapport with a powerful entity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδεδεμένος

    adjective masculine

    But if anything was true in that moment, it was that we are all connected.

    Αλλά αν κάτι ήταν αλήθεια εκείνη την στιγμή, ήταν ότι όλοι είμαστε συνδεδεμένοι.

  • ομοιογενές

  • ομοιογενής

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομοιογενείς
    • σαφής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " connected " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "connected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "connected" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη