Μετάφραση του "connection" σε Ελληνικά
Οι σύνδεση, ανταπόκριση, σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "connection" σε Ελληνικά.
connection
noun
γραμματική
(uncountable) The act of connecting. [..]
-
σύνδεση
noun femininean established communications or transportation link [..]
No good can now come of connection between our two families.
Δεν μπορεί να προκύψει καλό από τη σύνδεση των δύο οικογενειών μας.
-
ανταπόκριση
noun femininetransfer in transport
I'm sure you can make connections out of there.
Είμαι σίγουρος ότι μπορείτε να βρείτε ανταπόκριση από κει.
-
σχέση
noun feminineand unladen journeys in connection with such carriage.
καθώς και τις μετακινήσεις χωρίς φορτίο που έχουν σχέση με τις μεταφορές αυτές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σύνδεσμος
- διασύνδεση
- κονέ
- συγγένεια
- πελατεία
- Σύνδεσμος
- συνδετικότητα
- συνένωση
- συνδετήρας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " connection " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "connection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδέω παράλληλα
-
καλωδιακή σύνδεση
-
Σημείο διασύνδεσης
-
Σημείο σύνδεσης
-
σύνδεση χωρίς συγκόλληση
-
συνδεδεμένο μέρος
-
συμβολοσειρά σύνδεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη