Μετάφραση του "connectivity" σε Ελληνικά
Οι συνδεσιμότητα, συνδετικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "connectivity" σε Ελληνικά.
(uncountable) The state of being connected [..]
-
συνδεσιμότητα
feminineThe ability of hardware devices, software packages, or a computer itself to work with network devices or with other hardware devices, software packages, or a computer over a network connection.
A point spatial object that is used to represent connectivity between two consecutive cableway links.
Σημειακό χωροαντικειμένο το οποίο χρησιμοποιείται για να αναπαραστήσει τη συνδεσιμότητα μεταξύ δύο διαδοχικών συνδέσμων εναέριου σιδηροδρόμου.
-
συνδετικότητα
nounIt will allow demand aggregation for connectivity, reaching critical mass and reducing costs.
Θα επιτρέψει τη συγκέντρωση της ζήτησης για συνδετικότητα, με επίτευξη κρίσιμης μάζας και μείωση του κόστους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " connectivity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "connectivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνδέω παράλληλα
-
καλωδιακή σύνδεση
-
Σημείο διασύνδεσης
-
Σημείο σύνδεσης
-
συνδεδεμένο μέρος
-
συμβολοσειρά σύνδεσης