Μετάφραση του "conquer" σε Ελληνικά

Οι νικώ, κατακτώ, κυριεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conquer" σε Ελληνικά.

conquer verb γραμματική

to defeat in combat; to subjugate [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νικώ

    verb

    overcome abstract obstacle [..]

    They say the good will inevitably conquer evil.

    Λεν πως το καλό αναπόφευκτα νικά το κακό.

  • κατακτώ

    verb

    defeat in combat

    The public always wanted to see me conquer death.

    Το κοινό, πάντα, ήθελε να με βλέπει να κατακτώ τον θάνατο.

  • κυριεύω

    verb

    No war can put it out, conquer it.

    Κανένας πόλεμος δεν μπορεί να τη σβήσει, να την κυριεύσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υποτάσσω
    • κατακτώ, κυριευω
    • υπερνικώ
    • καταλαμβάνω
    • καταχτώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conquer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "conquer"

Φράσεις παρόμοιες με "conquer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conquer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη