Μετάφραση του "consanguinity" σε Ελληνικά
Οι συγγένεια εξ αίματος, δεσμοί αίματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consanguinity" σε Ελληνικά.
consanguinity
noun
γραμματική
A consanguineous or family relationship through parentage or descent. A blood relationship. [..]
-
συγγένεια εξ αίματος
femininea blood relationship
-
δεσμοί αίματος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consanguinity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consanguinity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ομόαιμος,η,ο
-
ομόαιμη οικογένεια
-
συγγενής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη