Μετάφραση του "consortium" σε Ελληνικά

Οι κονσόρτσιουμ, κοινοπραξία, σύμπραξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consortium" σε Ελληνικά.

consortium noun γραμματική

An association or combination of businesses, financial institutions, or investors, for the purpose of engaging in a joint venture. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κονσόρτσιουμ

    Thyssen was not a direct party to the consortium, but cooperated closely in the negotiations.

    Η Thyssen δεν συμμετείχε απευθείας στο κονσόρτσιουμ, αλλά συνεργαζόταν στενά στις διαπραγματεύσεις.

  • κοινοπραξία

    noun feminine

    One university or consortium out of seven is given a chance.

    Ένα πανεπιστήμιο ή κοινοπραξία στις επτά έχει μια ευκαιρία.

  • σύμπραξη

    a consortium that has already been formed with the leading players in the European steel industry.

    Μια σύμπραξη που έχει ήδη διαμορφωθεί με πρωτοποριακούς παράγοντες της ευρωπαϊκής βιομηχανίας χάλυβα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεταιρισμός
    • συνεργασία
    • κοινoπραξία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consortium " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Consortium
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ένωση, συνεταιρισμός, σύμπραξη, κονσόρτσιουμ

Φράσεις παρόμοιες με "consortium" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consortium" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη