Μετάφραση του "conspiration" σε Ελληνικά

Το συνωμοσία είναι η μετάφραση του "conspiration" σε Ελληνικά.

conspiration noun γραμματική

Agreement or concurrence for some end or purpose; conspiracy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνωμοσία

    noun feminine

    She was arrested in September last year on charges of spreading propaganda and conspiring to harm state security.

    Συνελήφθη τον περασμένο Σεπτέμβριο κατηγορούμενη για διάδοση προπαγάνδας και συνωμοσία κατά της ασφάλειας του κράτους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conspiration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conspiration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μηχανορραφώ · σκευωρώ · συνωμοτώ
  • συνωμότης
  • συνωμοτώ
  • μηχανορραφώ · σκευωρώ · συνωμοτώ
  • μηχανορραφώ · σκευωρώ · συνωμοτώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conspiration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη