Μετάφραση του "constructivism" σε Ελληνικά

Οι κονστρουκτιβισμός, Κονστρουκτιβισμός, Οικοδομισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constructivism" σε Ελληνικά.

constructivism noun γραμματική

(art) A Russian movement in modern art characterized by the creation of nonrepresentational geometric objects using industrial materials. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κονστρουκτιβισμός

    masculine
  • Κονστρουκτιβισμός

    artistic and architectural philosophy

  • Οικοδομισμός

    θεωρία γνώσης που υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δημιουργούν γνώση και νοήματα από μια αλληλεπίδραση μεταξύ των εμπειριών τους και των ιδεών τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constructivism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constructivism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη