Μετάφραση του "consumed" σε Ελληνικά
Οι αναλωθείς, καταναλωθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consumed" σε Ελληνικά.
consumed
adjective
verb
γραμματική
(construed with with ) Full of, exuding ( also figuratively ). [..]
-
αναλωθείς
particlePertaining to the items used, time spent and costs incurred during servicing that are not included in the invoice to the customer.
-
καταναλωθείς
And allowing for the amount of grain consumed and the volume of the storage compartment.
Αφήνoντας περιθώρια για τα σιτηρά πoυ κατανάλωσαν και για τoν χώρo.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consumed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "consumed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
το ιδιωτικό απόρρητο τών καταναλωτών
-
έρευνα κατανάλωσης
-
Δείκτης Τιμών Καταναλωτή · δείκτης τιμών καταναλωτών
-
αναλώσιμα ανταλλακτικά
-
καταναλωτική πίστη
-
καταναλωτική κοινωνία
-
τελικός καταναλωτής
-
Ευρωπαϊκός σύνδεσμος κατασκευαστών καταναλωτικών ηλεκτρονικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη