Μετάφραση του "contact" σε Ελληνικά
Οι επαφή, σύνδεσμος, επικοινωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contact" σε Ελληνικά.
(transitive) To touch; to come into physical contact with. [..]
-
επαφή
noun femininean act of touching physically [..]
Rebecca said she made contact with a man named Boothe.
Rebecca είπε ότι ήρθε σε επαφή με ένα άτομο που ονομάστηκε Boothe.
-
σύνδεσμος
noun masculinesomeone with whom one is in communication
We have photographs of him with his contacts there.
Έχουμε φωτογραφίες του με τους συνδέσμους του εκεί.
-
επικοινωνία
noun femininean establishment of communication
As soon as they gave us their demands, they cut off radio contact.
Όταν μας έδωσαν τις διαταγές τους, έκοψαν αμέσως την ασύρματη επικοινωνία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σχέση
- γνωριμία
- έρχομαι σε επαφή
- επικοινωνώ
- γνωστός
- συναντώ
- πρόσκρουση
- γειτονεύω
- γνώριμος
- έρχομαι σε επαφή με
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contact " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Επαφή
EUH032 Contact with acids liberates very toxic gas
EUH032 Σε επαφή με οξέα ελευθερώνονται πολύ τοξικά αέρια
Εικόνες με "contact"
Φράσεις παρόμοιες με "contact" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάση δεδομένων Business Contact Manager
-
επιδόσεις επαφής
-
επαφή, επικοινωνία, αγγίζω
-
Φυσικής επαφής υπό γωνία
-
πρεσαριστή επαφή
-
Πάρα πολύ φυσικής επαφής
-
επαφές τόξου
-
Μετακίνηση επαφής σε