Μετάφραση του "contemplate" σε Ελληνικά

Οι συλλογίζομαι, σκέφτομαι, προβλέπω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contemplate" σε Ελληνικά.

contemplate verb γραμματική

To think about something in a concentrated manner or for an extended period of time. To think deeply about something; to ponder or consider. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλογίζομαι

    verb

    think about something in a concentrated manner

    My soul overflows with gratitude when I contemplate the precious meaning of this sacrifice.

    Η ψυχή μου ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη, όταν συλλογίζομαι την πολύτιμη σημασία αυτής της θυσίας.

  • σκέφτομαι

    verb

    To actively and consciously use one's mental powers, usually to form ideas.

    What I contemplate on my birthday is my accomplishments, my progress.

    Αυτό που σκέφτομαι στα γενέθλιά μου είναι τα επιτεύγματά μου, την πρόοδό μου.

  • προβλέπω

    verb

    No other changes to tariff assessorials are contemplated.

    Δεν προβλέπονται άλλες αλλαγές στα έξοδα εκτιμητών του τιμολογίου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σχεδιάζω
    • σκέπτομαι
    • αναλογίζομαι
    • μελετώ
    • θεωρώ
    • στοχάζομαι
    • ατενίζω
    • αναπολώ
    • περιμένω
    • αναμένω
    • διαλογίζομαι
    • παρατηρώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contemplate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contemplate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σκεπτικός · στοχαστικός
  • διαλογισμός · ενατένιση · θεωρία · περισυλλογή · πρόβλεψη · πρόθεση · σκέψη · σκεπτικό · στοχασμός · συλλογιστική
  • συλλογίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contemplate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη