Μετάφραση του "contested" σε Ελληνικά
Οι αμφισβητήσιμος, αμφισβητούμενος, διαφιλονικούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contested" σε Ελληνικά.
contested
adjective
verb
γραμματική
debated, controversial [..]
-
αμφισβητήσιμος
adjective masculine -
αμφισβητούμενος
The contested regulation was adopted after a ‘newcomer investigation’ in respect of the applicants.
Ο αμφισβητούμενος κανονισμός θεσπίστηκε ύστερα από έρευνα για «νεοεισερχόμενο», σε σχέση με τις προσφεύγουσες.
-
διαφιλονικούμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contested " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "contested" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντίπαλος
-
Ισλανδία - Eurovision
-
Μαρόκο - Eurovision
-
Εσθονία - Eurovision
-
διαγωνισμός δημοσιότητας
-
Ρουμανία - Eurovision
-
διαγωνιζόμενη σε καλλιστεία
-
αγωνίζομαι · αγώνας · αγώνισμα · αμφισβητώ · αναμέτρηση · διαγωνισμός · διεκδικώ · πάλη · παλεύω · προσβάλλω · συναγωνισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη