Μετάφραση του "contested" σε Ελληνικά

Οι αμφισβητήσιμος, αμφισβητούμενος, διαφιλονικούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contested" σε Ελληνικά.

contested adjective verb γραμματική

debated, controversial [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφισβητήσιμος

    adjective masculine
  • αμφισβητούμενος

    The contested regulation was adopted after a ‘newcomer investigation’ in respect of the applicants.

    Ο αμφισβητούμενος κανονισμός θεσπίστηκε ύστερα από έρευνα για «νεοεισερχόμενο», σε σχέση με τις προσφεύγουσες.

  • διαφιλονικούμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contested " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contested" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contested" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη