Μετάφραση του "continence" σε Ελληνικά
Οι εγκράτεια, αγνότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continence" σε Ελληνικά.
continence
noun
γραμματική
The voluntary control of urination and defecation. [..]
-
εγκράτεια
nounThe continence of the confessor commands you.
Η εγκράτεια του εξομολόγου σε διατάζει.
-
αγνότητα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " continence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "continence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανά ήπειρο
-
η Γηραιά Ήπειρος · η Ευρωπαϊκή Ήπειρος
-
ήπειρος
-
πανηπειρωτικός
-
Ηπειρωτική Ευρώπη · ήπειροι · ήπειρος · αγνός · εγκρατής
-
φανταστική ήπειρος
-
Ηπειρωτική Ευρώπη · ήπειροι · ήπειρος · αγνός · εγκρατής
-
Ηπειρωτική Ευρώπη · ήπειροι · ήπειρος · αγνός · εγκρατής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη