Μετάφραση του "continuous" σε Ελληνικά
Οι συνεχής, αδιάκοπος, διαρκής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continuous" σε Ελληνικά.
Without break, cessation, or interruption; without intervening time. [..]
-
συνεχής
adjective m;f masculine;femininewithout break, cessation, or interruption in space [..]
The consumerist society contributes to a continuous increase in the amount of household waste.
Η καταναλωτική κοινωνία συμβάλλει σε μια συνεχή αύξηση του όγκου των οικιακών αποβλήτων.
-
αδιάκοπος
adjective masculinewithout break, cessation, or interruption in time
His first stage of life is a continuous sleep.
Το πρώτο στάδιο της ζωής του είναι ένας αδιάκοπος ύπνος.
-
διαρκής
adjective m;f masculine;femininewithout break, cessation, or interruption in time [..]
Reducing and simplifying administrative burden is a continuous concern for the Commission.
Η μείωση και η απλούστευση του διοικητικού φόρτου αποτελεί διαρκές μέλημα της Επιτροπής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξακολουθητικός
- συνεχόμενος
- ακατάπαυστος
- αιώνιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " continuous " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "continuous" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα φίμωσης κωδικοποιημένο / ελεγχόμενο από συνεχή τόνο
-
Φαινομενικά συνεχές κύμα
-
Οπλισμού αλουμινίου συνεχούς συγκόλλησης
-
Συνεχής παρακολούθηση εκπομπών
-
Συνέχιση διόρθωσης