Μετάφραση του "contraceptive" σε Ελληνικά

Οι αντισυλληπτικό, αντισυλληπτικός, μέσο αντισύλληψης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "contraceptive" σε Ελληνικά.

contraceptive adjective noun γραμματική

A mechanism or means by which conception as a result of sexual intercourse can be prevented or made less likely. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντισυλληπτικό

    noun adjective neuter

    that acts to prevent conception [..]

    Your child, shall we say... is the most perfect contraceptive.

    Το παιδί σου, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι το καλύτερο αντισυλληπτικό.

  • αντισυλληπτικός

    adjective masculine
  • μέσο αντισύλληψης

    noun

    However, I oppose the view of abortion as a means of contraception.

    Ωστόσο, διαφωνώ με την άποψη ότι η άμβλωση αποτελεί μέσο αντισύλληψης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " contraceptive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "contraceptive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "contraceptive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη