Μετάφραση του "contracting" σε Ελληνικά
Το συμβαλλόμενος είναι η μετάφραση του "contracting" σε Ελληνικά.
contracting
adjective
verb
noun
γραμματική
That is getting smaller. [..]
-
συμβαλλόμενος
Other contracts establish both rights and obligations for each of the contracting parties.
Όλες οι συμβάσεις θεμελιώνουν αμφότερα, δικαιώματα και δεσμεύσεις για κάθε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " contracting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "contracting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σύμβαση μεταφοράς
-
συνηρημένο ρήμα
-
Σχεσιακό ψυχολογικό συμβόλαιο
-
συμβασιούχοι
-
καταγγελία συμβάσεως
-
διοικητική σύμβαση
-
σύμβαση προμήθειας
-
περιορισμένος · στενός · συμβασιούχος · συνηρημένος · συσταλμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη