Μετάφραση του "convenience" σε Ελληνικά

Οι άνεση, ευκολία, εξυπηρέτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convenience" σε Ελληνικά.

convenience noun γραμματική

(chiefly UK) a public toilet [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνεση

    noun feminine

    convenient time [..]

    Today convenience usually wins out over the sacrifice involved in being committed to someone.

    Σήμερα η άνεση θεωρείται συνήθως προτιμότερη από τη θυσία που περιλαμβάνεται στη δέσμευση με κάποιο άτομο.

  • ευκολία

    noun feminine

    anything that makes for an easier life

    I'm sure it was in some way for his own convenience.

    Είμαι σίγουρη ότι το είπε για δική του ευκολία.

  • εξυπηρέτηση

    Noun

    Private individuals exercise the option to keep tags alive for their personal convenience.

    οι ιδιώτες κάνουν χρήση της δυνατότητας να διατηρούν ενεργές τις ετικέτες για προσωπική τους εξυπηρέτηση·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευχέρεια
    • εργαλείο
    • σύνεργα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " convenience " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "convenience" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αθόρηβος · αναπαυτικός · βολικός · εύκολο · εύκολος · εύχρηστος · κατάλληλος · πρακτικός · χρηστικός
  • πρόχειρο φαγητό · σύνθετο προϊόν διατροφής
  • σημαία ευκαιρίας · σημαία ευκολίας
  • βολικά · πρακτικά
  • παντοπωλείο · ψιλικατζίδικο
  • γάμος συμφέροντος · εικονικός γάμος
  • καταστήματα ευκολίας
  • σύγχρονες ανέσεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "convenience" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη