Μετάφραση του "conventual" σε Ελληνικά
Οι ασκητικός, καλογερικός, μοναστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conventual" σε Ελληνικά.
conventual
adjective
noun
γραμματική
Pertaining to a convent or convent life; cloistered, monastic. [..]
-
ασκητικός
adjective -
καλογερικός
adjective -
μοναστικός
adjective masculine -
μοναχικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conventual " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη