Μετάφραση του "conversational" σε Ελληνικά

Οι ομιλητικός, δημώδης, καθημερινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conversational" σε Ελληνικά.

conversational adjective γραμματική

of, relating to, or in the style of a conversation; informal and chatty [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλητικός

    adjective

    According to the captain, his passenger offered very little in the way of conversation.

    Σύμφωνα με τον καπετάνιο, ο επιβάτης του, δεν ήταν και πολύ ομιλητικός.

  • δημώδης

    adjective masculine
  • καθημερινός

    Adjective masculine

    However, everyday conversation is almost entirely in Marshallese.

    Ωστόσο, η καθημερινή συνομιλία διεξάγεται εξ ολοκλήρου στη γλώσσα των νησιών Μάρσαλ.

  • καθομιλούμενος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conversational " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conversational" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conversational" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη